θεοσοφία

θεοσοφία
η , θεοσοφίσμός ο теософия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "θεοσοφία" в других словарях:

  • θεοσοφία — θεοσοφίᾱ , θεοσοφία knowledge of things divine fem nom/voc/acc dual θεοσοφίᾱ , θεοσοφία knowledge of things divine fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοσοφίᾳ — θεοσοφίᾱͅ , θεοσοφία knowledge of things divine fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοσοφία — Η γνώση των θείων πραγμάτων που αποκτάται με έμπνευση, η οποία προέρχεται από τον Θεό. Μία τέτοια γνώση όμως δεν αποτελεί το τέρμα της αναζήτησης, όπως συμβαίνει με τη θεολογία, αλλά αντίθετα αντιπροσωπεύει ένα πηγαίο απόκτημα, που προέρχεται από …   Dictionary of Greek

  • θεοσοφία — η φιλοσοφικό σύστημα που προσπαθεί μέσα απ όσα διακηρύσσουν οι θρησκείες και τα φιλοσοφικά συστήματα να προσεγγίσει την απόλυτη αλήθεια, τη θεία σοφία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεοσοφίας — θεοσοφίᾱς , θεοσοφία knowledge of things divine fem acc pl θεοσοφίᾱς , θεοσοφία knowledge of things divine fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοσοφίαν — θεοσοφίᾱν , θεοσοφία knowledge of things divine fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Theosophy (history of philosophy) — Theosophy (Greek: θεοσοφία theosophia knowledge of things divine , literally god wisdom ), designates several bodies of ideas since Late Antiquity. The Greek term is attested on magical papyri (PMag. Leid. W.6.17: ἡ ἄγαν θεοσοφία).NeoplatonismThe …   Wikipedia

  • θεοσοφιστής — ο, θηλ. θεοσοφίστρια αυτός που ασχολείται με τη θεοσοφία ή ο οπαδός της. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεοσοφία. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • Στάινερ, Ροδόλφος — (Steiner). Ούγγρος φιλόσοφος (1861 1925). Σπούδασε στο πολυτεχνείο της Βιέννης. Στην αρχή και κάτω από την επίδραση του Χαΐγκελ και του Νίτσε έγινε οπαδός του υλιστικού μονισμού και ενός συστήματος ατομικιστικής φιλοσοφίας της ελευθερίας. Το 1902 …   Dictionary of Greek

  • Anthroposophy — Anthroposophy, a philosophy founded by Rudolf Steiner, postulates the existence of an objective, intellectually comprehensible spiritual world accessible to direct experience through inner development. More specifically, it aims to develop… …   Wikipedia

  • Theosophy — This article is about the philosophy introduced by Helena Blavatsky and the Theosophical Society. See Theosophy (history of philosophy) for other uses. The emblem of the Theosophical Society Theosophy, in its modern presentation, is a spiritual… …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»